Imágenes de páginas
PDF
EPUB

Smyrna, speaks also of another, which was written, ιδίως τη ταύτης προηγουμένη Πολυκάρπω. The ancient Fathers ascribe this Epistle to Ignatius as well as the rest ; and therefore the same evidence which is deemed conclusive in the one case, must also be admitted in the other.

Polycarp, at the close of his Epistle to the Philippians, describes the Epistles of Ignatius as “treating of faith and patience, and of all things pertaining to edification in the

Lord Jesus.” They are written in an animated, but inflated style; and bespeak a mind stored with the knowledge of Christ and the Gospel, rather than with the treasures of human learning. They breathe the genuine spirit of Christian devotion; they enforce the purest precepts; and abound in flowing exhortation to faith in the Redeemer, and obedience to his commands. The Epistle to Polycarp sets forth the character and duties of the Christian minister in the most lively and interesting colours. It exhorts him to watchfulness; to prayer and meditation; to public and private intercourse with his flock; it admonishes him to inquire into their peculiar condition and circumstances, and lays down certain rules relative to marriage and the duties of the married state. All the other Epistles, with the exception of that to the Romans, turn, for the most part, upon the same subjects. They open with an introductory greeting to the members of the church to which they are addressed; insist strongly upon the blessings of church union, public worship, and submission to ecclesiastical rulers; exhort all men to constant prayer for themselves and others; warn them against false teachers ; and inculcate the paramount importance of faith, repentance, and good works. As the Epistle to the Romans exhibits most forcibly the feelings of the pious Bishop, and the temper of mind in which he was preparing to suffer for the cause of Christ, we shall give it entire from Grabe's Spicilegium :

Ιγνάτιος, ο και θεοφόρος, τη ηλεημένη εν μεγαλειότητι πατρός υψίστου και Ιησού Χριστού του μόνου υιού αυτού, εκκλησία ηγαπημένη και πεφωτισμένη εν θελήματι του θελήσαντος τα πάντα, ά εστιν κατά αγάπης Ιησού Χριστού του θεού ημών, ήτις και προκάθηται εν τόπο χωρίου "Ρωμαίων, αξιόθεος, αξιοπρεπής, αξιομακάριστος, αξιέπαινος, άξιεπίτευκτος, αξιόαγνος, και προκαθημένη της αγάπης, χριστώνυμος, πατρώνυμος, ήν και ασπάζομαι εν ονόματι Ιησού Χριστού, υιού πατρός, κατά σάρκα και πνεύμα ηνωμένοις πάση εντολή αυτού, πεπληρωμένους χάριτος θεού αδιακρίτως, και αποδιύλισμένους από παντος αλλοτρίου χρώματος, πλείστα εν Ιησού Χριστώ τω θεώ ημών αμώμως χαίρειν.

Επεί ευξάμενος θεώ επέτυχον ιδείν υμών τα αξιόθεα πρόσωπα, ως και πλέον ή ήτούμην λαβείν, δεδεμένος εν Χριστώ Ιησού ελπίζω υμάς ασπάσασθαι, εάν περ θέλημα του θεού ή του αξιωθήναι με είς τέλος είναι η μεν γάρ αρχή εξοικονόμητός εστιν, εάν περ χάριτος επιτύχω, είς τό τον κληρών μου ανεμποδίστως απολαβείν. Φοβούμαι γάρ τήν υμών αγάπην, μη αυτή με αδικήση" υμίν γάρ ευχερές εστιν, και θέλετε ποιήσαι' εμοί δε δύσκολόν έστιν του θεού επιτυχείν, εάν περ υμείς φείσεσθέ μου. Ου γαρ θέλω υμίν άνθρωπαρεσκήσαι, αλλά θεώ αρέσαι, ώσπερ και αρέσκετε. Ου γαρ εγώ ποτε έξω καιρών τοιούτον, θεού επιτυχείν ούτε υμείς, εάν σιωπήσητε, κρείττονι έργο έχετε επιγραφήναι. Εάν γαρ σιωπήσητε απ' εμού, εγώ γενήσομαι θεού· εάν δε ερασθήτε της σαρκός μου, πάλιν έσομαι τρέχων. Πλέον μοι μη παράσχησθε του σπονδιασθήναι θεώ, ως έτι θυσιαστήριον έτοιμόν έστιν, ίνα εν αγάπη χορός γενόμενοι, άσητε τη πατρί εν Χριστώ 'Ιησού, ότι τον επίσκοπον Συρίας ο θεός κατηξίωσεν ευρεθήναι εις δύσιν από ανατολής μεταπεμψάμενος. Καλόν το δύναι από κόσμου προς θεόν, ίνα εις αυτόν ανατείλω ουδέποτε έβασκάνατε ουδένα, άλλους εδιδάξατε" εγώ δε θέλω, ίνα κακείνα βέβαια η, και μαθητεύοντες εντέλλεσθε. Μόνον μοι δύναμιν αιτείσθε, έσωθέν τε και έξωθεν, ίνα μή μόνον λέγω, αλλά και θέλω" ίνα μή μόνον λέγωμαι Χριστιανός, αλλά και ευρεθώ. Εάν γαρ και ευρεθώ, και λέγεσθαι δύναμαι, και τότε πιστός είναι, όταν κόσμω μη φαίνωμαι. Ουδέν φαινόμενον, αιώνιον. Τα γαρ βλεπόμενα, πρόσκαιρα τα δε μη βλεπόμενα, αιώνια. Ο γάρ θεός ημών Ιησούς Χριστός, έν πατρί ών, μάλλον φαίνεται. Ου σιωπής μόνον το έργον, αλλά μεγέθους εστίν ο Χριστιανισμός.

VOL. XII. NO. VIII.

3 Τ

Εγώ γράφω ταϊς εκκλησίαις, και εντέλλομαι πάσιν, ότι εγώ εκών υπέρ θεού αποθνήσκω, εάν περ υμείς μη κωλύσητε. Παρακαλώ υμάς, μη εύνοια άκαιρος γένησθέ μοι. 'Αφετέ με θηρίων είναι βοράν, δι' ών ένεστιν θεού επιτυχεϊν. Σίτός είμι θεού, και δι' οδόντων θηρίων αλέθομαι, ίνα καθαρός άρτος ευρεθώ του Χριστού. Μάλλον κολακεύσατε τα θηρία, ίνα μοι τάφος γένωνται, και μηδεν καταλίπωσι του σώματός μου, ίνα μη κοιμηθείς βαρύς τινι γένωμαι. Τότε έσομαι μαθητής αληθώς του Χριστού, ότε ουδε το σώμα μου ο κόσμος όψεται. Λιτανεύσατε τον Χριστόν υπέρ εμού, ίνα διά των οργάνων τούτων θυσία ευρεθώ. Ούχ ως Πέτρος και Παύλος διατάσσομαι υμίν εκείνοι απόστολοι" εγώ κατάκριτος. Εκείνοι ελεύθεροι' εγώ δε μέχρι νύν δούλος. 'Αλλ' εάν πάθω, απελεύθερος Ιησού, και αναστήσομαι εν αυτώ ελεύθερος. Νύν μανθάνω δεδεμένος μηδέν επιθυμεϊν κοσμικών ή μάταιον.

'Από Συρίας μέχρι Ρώμης θηριομαχώ διά γής και θαλάσσης, νυκτός και ημέρας, δεδεμένος δέκα λεοπάρδους, ό έστιν στρατιωτών ταγμα, οι και ευεργετούμενοι χείρους γίνονται. 'Εν δε τοίς αδικήμασιν αυτών μάλλον μαθητεύομαι. 'Αλλ' ού παρά τουτο δεδικαίωμαι. 'Οναίμην των θηρίων των εμοί ήτοιμασμένων, και εύχομαι, έτοιμα μοι ευρεθήναι, ά και κολακεύσω, συντόμως με καταφαγείν, ουχ ώσπερ τινών δειλαινόμενα ουχ ήψαντο. Κάν αυτά δε άκοντα μη θελήση, εγώ προσβιάσομαι. Συγγνώμην μου έχετε τι μοι συμφέρει, εγώ γινώσκω. Νύν άρχομαι μαθητής είναι. Μηδέν με ζηλώση των ορατών και αοράτων, ίνα Ιησού Χριστού επιτύχω. Πύρ και σταυρός, θηρίων τε συστάσεις, ανατομαι, διαιρέσεις, σκορπισμοί οστέων, συγκοπή μελών, αλησμοί όλου του σώματος, κακαι κολάσεις του διαβόλου επ' εμέ έρχέσθωσαν" μόνον ίνα Ιησού Χριστού επιτύχω. Ουδέν μοι ωφελήσει τα τερπνά του κόσμου, ουδε αι βασιλείας του αιώνος τούτου μάλλον μοι

αποθανείν εις Χριστόν Ιησούν, ή βασιλεύειν του περάτων της γης. Τι γαρ ώφελείται άνθρωπος, εάν κερδήση τον κόσμον όλον, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; Εκείνον ζητώ, τον υπέρ ημών αποθανόντα εκείνον θέλω,

τον δι' ημάς αναστάντα. “Ο δε τοκετός μοι επίκειται. Συγγνωτέ μοι, αδελφοί μή εμποδίσητέ μοι ζήσαι" μή θελήσητέ μοι αποθανείν, τον του θεού θέλοντα είναι κόσμω μη χαρήσησθε. "Αφετέ με καθαρόν φώς λαβείν. Εκεί παραγενόμενος, άνθρωπος θεού έσομαι: επιτρέψατέ μοι μιμητής είναι του πάθους του θεού μου. Εί τις αυτόν εν εαυτώ έχει, νοησάτω και θέλω, και συμπαθείτω μοι, ειδώς τα συνέχοντά με.

“Ο άρχων του αιώνος τούτου διαρπάσαι με βούλεται, και την εις θεόν μου γνώμην διαφθείραι. Μηδείς ούν των παρόντων υμών βοηθείτω αυτώ. Μάλλον εμού γίνεσθε, τουτέστιν του θεού. Μη λαλείτε Ιησούν Χριστόν, κόσμον δε επιθυμείτε. Βασκανία εν υμίν μη κατοικείτω. Μηδ' αν εγώ παρών παρακαλώ υμάς, πείσθητέ μοι τούτοις δε μάλλον πείσθητε, οίς γράφω υμίν. Ζών γράφω υμίν, έρών του αποθανείν. Ο έμός έρως έσταύρωται, και ουκ έστιν εν εμοί πύρ φιλόϋλον ύδωρ δε ζών και λαλούν εν εμοί, έσωθέν μοι λέγον" δεύρο προς τον πατέρα. Ουχ ήδομαι τροφή φθοράς, ουδε ηδοναϊς του βίου τούτου. "Αρτον θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής, ός έστιν σαρξ Ιησού Χριστού του υιού του θεού, του γενομένου εν υστέρω εκ σπέρματος Δαβίδ και Αβραάμ και πόμα θεού θέλω, το αίμα αυτού, ό έστιν αγάπη άφθαρτος, και αένναος ζωή. Ουκ έτι θέλω κατά ανθρώπους ζην. Τούτο δε έσται, εάν υμείς θελήσητε. θελήσατε, ίνα και υμείς θεληθήτε. Δι' ολίγων γραμμάτων αιτούμαι υμάς, πιστεύσατέ μοι. Ιησούς δε Χριστός υμίν ταύτα φανερώσει, ότι αληθώς λέγω. Το αψευδες στόμα, ενώ ο πατήρ ελάλησεν αληθώς. Αιτήσασθε περί εμού, ίνα επιτύχω. Ού κατά σάρκα υμίν έγραψα, αλλά κατά γνώμην θεού. Εάν πάθω, ήθελήσατε: εάν αποδοκιμασθώ, εμισήσατε.

Μνημονεύετε εν τη προσευχή υμών της εν Συρία εκκλησίας, ήτις αντί εμού ποιμένι τω θεώ χρήται. Μόνος αυτήν Ιησούς Χριστός επισκοπήσει, και η υμών αγάπη. Εγώ δε αισχύνομαι εξ αυτών λέγεσθαι. Ουδε γάρ άξιός είμι, ών έσχατος αυτών, και έκτρωμα. 'Αλλ' ήλέημαί τις είναι, εάν θεού επιτύχω. 'Ασπάζεται υμάς το εμόν πνεύμα, και η αγάπη των εκκλησιών, των δεξαμένων με είς όνομα Ιησού Χριστού, ουχ ώς παροδεύονται και γαρ αι μη προσήκουσαί μοι τη οδώ, τη κατά σάρκα, κατά πόλιν με προήγον.

Γράφω δε υμίν ταύτα από Σμύρνης δι' Έφεσίων των αξιομακαρίστων. 'Έστι δε και άμα έμοί συν άλλους πολλούς Κρόκος, το ποθητόν μοι όνομα. Περί των προελθόντων με από Συρίας εις Ρώμην εις δόξαν του Θεού, πιστεύω υμάς επεγνωκέναι, οίς και δηλώσατε εγγύς με όντα. Πάντες γάρ εισιν άξιοι του θεού και υμών, ούς πρέπον υμίν έστιν κατά πάντα αναπαύσαι. "Έγραψα δε υμίν ταύτα, τη προ εννέα καλανδών Σεπτεμβρίων, τουτέστιν Αυγούστου εικάδι τρίτη. "Έρρωσθε είς τέλος έν υπομονή Ιησού Χριστού. Αμήν.

The testimony of Ignatius to the divine appointment of Episcopacy is full and unequivocal; as well as to three orders, of Bishops, Priests, and Deacons, in the primitive Church. Without these orders, he says expressly, that "no Church can exist” (Epist. Trall. 3.); and the

respective duties of each, and the reverence due to them, are inculcated in a variety of passages. See Epist. Ephes. iii. 6. Magnes. ii. 3, 6, 7, 13. Trall. ii. 3, 7, 13. Phil. i. 4, 7, 10. Smyrn. viii. 9, 12. Pol. iv. 5, 6, et passim. Equally explicit are his declarations of those fundamental doctrines of Christianity- the divinity, humanity, and atonement of Christ; and he takes every occasion of combating the rising heresy of the Docetæ, who maintained that Christ was a phantom, and suffered only in appearance.

The attentive reader will have observed several allusions of this kind in the Epistle to the Romans, which it is therefore needless to particularise. In that to the Ephesians, besides the inscription which speaks of Christ as God, and other equally direct assertions of his divinity, the following sentence occurs in $. 7:-Είς ιατρός έστιν σαρκικός τε και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, έν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ θεού, πρώτον παθητός και τοτε απαθής. So again, in C. 18. Ο γαρ θεός ημών Ιησούς ο Χριστός εκυοφορήθη υπό Μαρίας κατ' οίκονομίαν θεού, εκ σπέρματος μεν Δαβίδ, πνεύμασος δε αγίου. It may be observed, by the way, that these citations not only attest the divine nature of Christ, but completely refute an assertion of the Unitarians, that “ Justin is the first writer who mentions the miraculous conception.” The pre-existence of our Lord is expressly asserted in Epist. Magnes, §. 6; and, to close our authorities with one of peculiar weight, he is represented to Polycarp (§. 3.) as “beyond all time, eternal, invisible," and as "suffering in various ways for our sakes."

Of the early editions of Ignatius, including the Editio Princeps by Pace, notice has already been taken. Among those published since that of Vossius, in 1648, the best are those of Salvinus (8vo.) and Smith (4to.), bóth printed at Oxford in 1708 and 1709 respectively. The latter contains some previously unedited notes of Pearson. In the collection of Cotelerius the student is presented with the whole of the interpolated Epistles, as well as the ancient Latin versions ; together with the Vindiciæ Ignatianæ, and a variety of matter connected with the Ignatian controversy.

THEOLOGICAL STUDIES. Mr. Editor,–I cannot make you a better return for the pleasure with which I perused the Synopsis of Theological Studies digested by Bishop Lloyd, and published in your Number for June, than by referring you to the school in which he was instructed, and transcribing the syllabus of Bishop Randolph's Course of Lectures, delivered by him, while he occupied the chair of the Regius Professor of Divinity at Oxford. I subjoin the list of the books to which he referred in the course of his argument, or which he recommended to the attention of his hearers. The syllabus will show the comprehensive scheme of these Lectures : I wish it were in my power to exhibit the clear and elegant language, the luminous arrangement, the erudition, and the theology, which distinguished them, and which must ever remain in the memory of those who heard them. It was hardly possible to study in such a school without improvement, or without being impressed with the sound principles which form the character of the English Divine. I can scarcely now anticipate such a pleasure, but I know of few things, which, in the present state of English theology, could render more honour to the name of Randolph, or more service to the Church of which he was the constant defender, than the publication of these Lectures.

I add a list of books recommended to the use of Candidates for Orders, by Bishop Randolph, immediately after his translation to Bangor, in 1806. I remain your very faithful Servant,

M.

[blocks in formation]

Heads of a Course of Lectures in Divinity.

LECTURE 1. Introduction-Distribution of the subject-Divinity, either Philosophical or Revealed— Philosophical Divinity, either internal or external; either of which may be considered as pure, or as mixed with revealed truths.

Revealed Divinity — 1, Historical; 2, Critical; or 3, Doctrinal — the Historical divisible into four great periods, besides the historical evidence of the authenticity of the Christian Religion and of the Scriptures—The Critical, either explanatory or corrective; the former explanatory, 1, of the Text; 2, of Customs and Manners; 3, of Opinions.

Doctrinal Divinity consists, 1, of Doctrines of Faith ; 2, of Moral Duty.

From the above branches considered together arises another, which may be called Argumentative Divinity; including the necessity and use of RevelationUse of reason in matters of Religion-Nature of Evidence from PropheciesMiracles-Internal Doctrines, &c.

Encheiridion TheologicumJones on the CanonPearson on the CreedWells's GeographyStillingfleet's Origines Sacræ-Wheatly on the Common Prayer Burnet on the Articles-The Homilies.

LECTURE II. Part I.--Philosophical or Natural Religion. First question concerning the Being of a God. - This proved, 1, from the marks of design and from the order and beauty

visible in the world; 2, confirmed by universal consent; 3, proved scientifically, from the relation of cause and effect; 4, from internal consciousness; 5, from the necessity of a final as well as efficient cause -- Objections from the notion of a material cause answered. Confirmation of the above arguments from ScriptureRay on the Creation— Cudworth's Intellectual System.

LECTURE III. Natural Attributes of the Deity—Unity of God-Arguments for it-Objection from the supposed general consent of antiquity in the contrary opinion answered.

Eternity of God-Spirituality of God—Infinite power of God displayed in the Creation.

Writings of Maimonides.

LECTURE IV. Providence of God-in the natural, and moral world-- GeneralParticular --Other attributes included in his Omnipotence.

« AnteriorContinuar »